Η σταδιακή εγκατάλειψη της Maniera Greca και η δημιουργία ένος νέου φυσιοκρατικού ζωγραφικού στυλ: η περίπτωση του Giotto di Bondone

 

Μεταγενέστερο πορτραίτο του Giotto, πιθανότατα από το εργαστήριο του Paolo Uccello
Μεταγενέστερο πορτραίτο του Giotto.
Μέρος από το πάνελ του Λούβρου.
Στα ζητήματα θεωρίας της τέχνης και μεταβολής των στυλ οι ερμηνείες ποικίλουν. Πρέπει να κρατάμε στο νου μας ότι η λεγόμενη αλλαγή είτε σε εποχές, είτε σε στυλ, είτε σε νοοτροπίες οποιουδήποτε είδους δεν προκύπτουν εν μια νυκτί και σαφέστατα δεν ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο από τον εκάστοτε μελετητή. Από τον διαχωρισμό και την διαφοροποίηση - κατηγοροποίηση εξυπηρετείται περισσότερο η μελέτη και η έρευνα.  Συνήθως η αλλαγή προέρχεται σταδιακά μέσα από επαναθεώρηση, αναστοχασμούς, πειραματισμούς, νέες ιδέες ή και ανακάλυψη παλαιώτερων ιδεών που όμως επιδέχονται νέες ερμηνείες ή και προσαρμόζονται στα δεδομένα της εποχής. 

Παρόμοια είναι και η μετάβαση από τα παγιωμένα μεσαιωνικά στιβαρά και μη φυσιοκρατικά ζωγραφικά στυλ σε αυτά που ήρθαν περισσότερο κοντά στην ανθρώπινη ύπαρξη και επικεντρώθηκαν σε μια απεικόνιση της φύσης όπως την έπλασε (για τις ακόμα θεοκρατικές κοινωνίες) ο Θεός και όπως την έβλεπε ο άνθρωπος.  Η φύση ήταν πολύ όμορφη για να απεικονίζεται ως ένα δισδιάστατο πλαίσιο που χωρούσε αυστηρούς Αγίους, σημαίνοντα πρόσωπα με περίεργα μέλη σώματος και υβρίδια δαιμόνων. Η εκκλησιαστική ζωγραφική μπορούσε να αγγίξει πιο εύκολα την ψυχή του πιστού αν απεικόνιζε μια σειρά γεγονότων της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης με ανθρώπους που έμοιαζαν λίγο παραπάνω σε αυτόν παρά σε κάτι εξώκοσμο, τιμωρητικό και με την απειλή της Κόλασης. Το άλμα από τους τεράστιους Ρομανικούς καθεδρικούς της Ισπανίας και της Γαλλίας με τις απειλητικές τους Πύλες (βλ. γλυπτό διάκοσμο του τυμπάνο της Portico de la Gloria του Καθεδρικού του Santiago de Compostela) έως το παρεκκλήσι της Αρένας του Giotto είναι τεράστιο, αλλά η εξερεύνηση του πως φτάσαμε από το ένα στο άλλο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δεν θα επιμείνω τόσο σε αυτό όσο στην αλλαγή που παρατηρείται κυρίως στην Ιταλική Χερσόνησο στην οποία κατά τον 13ο, 14ο αλλά και 15ο αι. επικρατεί ένα διαφορετικό δημοφιλέστατο στυλ, βυζαντινίζον που σιγά σιγά θα εκτοπιστεί από καλλιτέχνες όπως ο Giotto για να μεταβούμε σταδιακά σε μια άλλου είδους ζωγραφική που θεωρείται Πρώιμη Αναγεννησιακή. 

Cimabue, Maesta di Santa Trinita,
1280-1285, Uffizi, Firenze
Γιατί ο Giotto είναι το σημείο αναφοράς; Αν πρέπει να μιλήσουμε για έναν σταθμό στην Ιστορία της Τέχνης με ό,τι συνεπάγεται αυτό το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό μάλλον είναι ο Giotto. Τί ακριβώς το διαφορετικό έκανε; Πράγματι αν εξετάσουμε το έργο του παράλληλα με άλλων καλλιτεχνών της περιόδου θα διαπιστώσουμε διαφορετική τεχνική, διαφορετική απεικόνιση και εικαστική γλώσσα, περισσότερο νατουραλιστική και προσαρμοσμένη στην ανθρώπινη φύση. Αλλά τι είναι αυτό από το οποίο αποσχίζεται; 

Έργα όπως το διπλανό ήταν διαδεδομένα σε όλη την Ιταλία τις περιόδους που αναλύουμε παραπάνω. Ένα μείγμα ιταλότροπων απεικονίσεων, τοπικού κατά βάση χαρακτήρα και βυζαντινών επιρροών, κυρίως στην εκμετάλλευση και διάρθρωση του ζωγραφικού χώρου, στους όγκους και τα επιμέρους στοιχεία όπως πχ. ενδύματα κατονομάστηκε για πρώτη φορά ως "Maniera Greca" από τον Giorgio Vasari και περιέγραφε τα έργα από καλλιτέχνες όπως ο Duccio, Cavallini, Taddeo Gaddi κα. Κοινά στοιχεία θεωρούνται όλα τα παραπάνω αλλά και το χαρακτηριστικό μη φυσιοκρατικό χρυσό χρώμα στο παρασκήνιο. Το στυλ αυτό περιοριζόταν περισσότερο σε απεικονίσεις της Παναγίας με το Θείο Βρέφος, σε Αγίους ή και σε πολύπτυχα με θέματα και πάλι απο τη ζωή του Χριστού. Πώς διαθόθηκε η βυζαντινίζουσα τεχνική στους Ιταλούς ζωγράφους ; 
Taddeo Gaddi
S. Giuliano L'Ospitaliere 
14ος αι.
 Μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 και την εγκατάσταση Λατίνων στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η βυζαντινή τέχνη διαθόθηκε ραγδαία στη δυτική Ευρώπη. Οι Σταυροφόροι, ανάμεσά τους και ο στρατός του Enrico Dandolo, μετέφεραν πολλά λάφυρα στην Δύση. Η Βυζαντινή παρουσία ήταν περισσότερο έντονη στον Ιταλικό Βορρά. Σύντομα οι έμπειροι βυζαντινοί τεχνίτες άρχισαν να ταξιδεύουν (ξανά) ώστε να βοηθήσουν στον διάκοσμο διάφορων εκκλησιών καθώς ήταν εκπαιδευμένοι και στα ψηφιδωτά και στην εικονογραφία. Τα ευκολοδούλευτα υλικά (κυρίως αυγοτέμπερες) και η ευκολία στην ίδια την τεχνοτροπία επέτρεψαν την ανάπτυξη μαζικής παραγωγής και έτσι οργανώθηκαν εργαστήρια που λάμβαναν μεγάλο όγκο παραγγελιών τα οποία εγκαταστάθηκαν σε πόλεις όπως η Σιένα, η Φλωρεντία, η Βενετία κα. Το στυλ αυτό θα συνεχίσει να δουλεύεται και να τροποποιείται μέχρι να δώσει τη θέση του στα τέλη του 14ου και ύστερα τη θέση του στο Διεθνές Γοτθικό στυλ. Μεταγενέστεροι θεωρητικοί όπως ο Vasari που προαναφέρθηκε, άσκησαν οξεία κριτική στο στυλ αυτό για την έλλειψη φυσικότητάς του. Το όνομα που υποτιμητικά απέδωσε το άντλησε ακριβώς από την επιρροή που είχαν δεχθεί οι ζωγράφοι από το «ελληνικό» αυτό καλλιτεχνικό ιδίωμα. Στα κείμενά του αναφέρει ότι η τεχνοτροπία αυτή ήταν τραχειά. Θεωρεί γενικότερα ότι κατά το Μεσαίωνα η τέχνη βρισκόταν σε λίθαργο και άρχισε να «ξυπνά» με τα πρώτα έργα ζωγράφων όπως ο Giotto για τον οποία μιλά επαινετικά. Το έργο του "Le Vite de' piu eccelenti pittori, scultori e architettori" περιγράφει τις ζωές καλλιτεχνώ της Αναγέννησης που ανέδειξαν τη ζωγραφική σε υψηλή τέχνη και ξεκινά από τον Cimabue και συνεχίζει με τον Giotto. Σύμφωνα με τον Vasari τα πρώτα ψίγματα της διαφοροποίησης από την maniera greca ξεκίνησαν από τους δύο αυτούς καλλιτέχνες. 

Πολλοί θεωρητικοί σήμερα πιστεύουν ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι μάλλον υπερβολικός διότι πρέπει να εξεταστεί κατά αντιπαραβολή και με άλλες περιοχές μέσα στην ίδια την Ιταλική Χερσόνησο αλλά και πανευρωπαϊκά. Σίγουρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τομή. Η προσωπική εξέλιξη και γλώσσα ωστόσο των καλλιτεχνών πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Οι καιροί άλλαζαν και οι καλλιτέχνες, περισσότερο από κάθε άλλου είδους άνθρωπο που άρχισε να ασχολείτε με τις ελεύθερες τέχνες ήταν πλέον πρωταγωνιστές. Η δύναμη της εικόνας και δη της δημόσιας ήταν πλέον τεράστια. 

Σκηνή από παρεκκλήσι της Αρένας, π. 1305
Τα κορυφαία σημεία αναφοράς για τον Giotto είναι το παρεκκλήσι της Αρένας (Scrovegni) στην Πάδοβα και ο εικονογραφικός κύκλος της βασιλικής του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης. Αν συγκρίνουμε τα παραπάνω έργα της maniera greca με τον εικονογραφικό κύκλο της Αρένας ίσως πιστέψουμε πως βρισκόμαστε σε διαφορετική εποχή, όμως τα δύο στυλ συνυπάρχουν στο χωροχρόνο. Στο νέο στυλ, οι άλλωτε αυστηροί άγιοι έχουν δώσει τη θέση τους σε ανθρώπους που εκφράζουν το συναίσθημά τους με τις εκφράσεις του προσώπου τους, τις κινήσεις του σώματός τους και την ίδια τους την παρουσία στο χώρο. Θα δούμε ανθρώπους με γυρισμένη την πλάτη (!) και μια δειλή προσπάθεια αποτύπωσης προοπτικού χώρου με βάθος, μια πρώιμη απόπειρα για το τρισδιάστατο. Ο χρόνος της αφήγησης δεν μπορεί να οριστεί με σαφήνεια αφού τα κτίσματα που ζωγραφίζει ο Giotto αλλά και τα ενδύματα των πρωταγωνιστών είναι σχετικά σύγχρονα της εποχής του (πράγμα λογικό για τον κύκλο της Ασίζης αλλά όχι για τον κύκλο της Αρένας καθώς η θεματική είναι γεγονότα από την Καινή Διαθήκη). Το τοπικό στυλ εδώ περιορίζεται στις διακοσμήσεις των κτιρίων με το περίφημο μάρμαρο της Carrara που εντοπίζεται ως διάκοσμος στα κτίρια που ζωγραφίζει. Το άχρονο χρυσό φόντο δίνει τη θέση του στο μπλε του ουρανού χωρίς να μπορούμε ωστόσο να προσδιορίσουμε αν πρόκειται για ημέρα ή νύχτα. 


Για τον κύκλο της Ασίζης οι ιστορικοί διχάζονται σχετικά με την ταυτότηα του δημιουργού. Πιθανότατα και να μην ζωγραφίστηκαν από τον Giotto καθώς υπάρχουν πράγματι κάποιες διαφοροποιήσεις. Ακούγονται ονόματα όπως αυτά των Duccio και Cimabue. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να λησμονήσουμε την σημασία του έργου αυτού το οποίο ίσως είναι και περισσότερο σημαντικό από την Αρένα, για τον απλούστατο λόγο ότι η εικονογράφιση γίνεται με βάση τα γραπτά του Bonaventura, δηλαδή με βάση μια συγκεκριμένη πηγή. Ευλόγως θα αναρωτηθεί κάποιος αν η Καινή Διαθήκη δεν είναι πηγή. Η διαφορά είναι λεπτή καθώς η μεσαιωνική κοινωνία ήταν θεοκρατική επομένως ο εκκλησιαστικός Κανόνας ήταν συνδετικό στοιχείο μεταξύ πιστών, εγγράματων και μη. Ο Άγιος Φραγκίσκος ήταν σχετικά νέος Άγιος (1182-1226). Ο Κανόνας ή ο Μύθος του Αγίου Φραγκίσκου στοιχειοθετήθηκε από τον Bonaventura σε μορφή βιογραφίας και και καθώς η φήμη του θαυματουργού Αγίου όλο και μεγάλωνε, ο βίος του άρχισε να διδάσκεται και έτσι τεχνίτες και ζωγράφοι έσεπυσαν να αποτυπώσουν τον Άγιο είτε σε ταμπλώ, είτε σε εικόνες που παρέπεμπαν ακόμα στην maniera greca, είτε σε τοιχογραφίες όπως στην περίπτωση του Giotto. Αν και ο κύκλος της Ασίζης είναι πρωιμότερος από της Αρένας η διαφοροποίηση στο στυλ είναι έκδηλη. 

Οι πρώτες προσπάθειες αποτύπωσης προοπτικού χώρου φαίνονται ξεκάθαρα και στη διπλανή φωτογραφία. Ο χωροχρόνος είναι περισσότερο συγκεκριμένος, όπως και τα ενδύματα. Οι μορφές είναι περισσότερο «πλασμένες» και παρά την στατικότητα τους μέσα στο ζωγραφικό πλαίσιο είναι αξιοσημείωτη η στάση του σώματος, μια απόπειρα για αποτύπωση κίνησης. Σωστότεροι όγκοι, ενδύματα με πτυχές στο σωστό μέρος και αναλογίες πιο πειστικές. 

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι μέσα στην ιστοριογραφία της τέχνης έχει αφήσει να εννοηθεί ότι ο Giotto είναι ο προάγγελος της Αναγεννησιακής ζωγραφικής εξ'ολοκλήρου. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτόν τον ισχυρισμό καθώς προσπάθειες όπως αυτές που αναλύσαμε είχαν αρχίσει να γίνονται από τα μέσα του 13ου αι. και ακόμα και όσο επικρατούσε η maniera greca. Ο διαχωρισμός της Ιταλικής Χερσονήσου σε πόλεις κράτη, δημοκρατίες, δουκάτα κα. είναι συμβάλλει στο να απομονωνόνουμε τις περιπτώσεις και να μην εξετάζουμε συνολικότερα το ζήτημα. Παρακάτω θα βρείτε περισσότερες φωτογραφίες από τον κύκλο της Ασίζης. Ο δρόμος προς τη φυσιοκρατία είχε πια ανοίξει. 





 



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις