SCRIPTORIUM. Μάρτιος 2026. "Ozymandias' Melancholia"

Ozymandias of Egypt 

Percy Bysshe Shelley 

I met a traveller from an antique land   

Who said:—Two vast and trunkless legs of stone  

 Stand in the desert. Near them on the sand,   

Half sunk, a shatter'd visage lies, whose frown 

And wrinkled lip and sneer of cold command          

Tell that its sculptor well those passions read   

Which yet survive, stamp'd on these lifeless things,   

The hand that mock'd them and the heart that fed.   

And on the pedestal these words appear:   

"My name is Ozymandias, king of kings:   

Look on my works, ye mighty, and despair!"   

Nothing beside remains: round the decay   

Of that colossal wreck, boundless and bare,  

 The lone and level sands stretch far away.

Πώς μπορείς να περιγράψεις αυτό το συναίσθημα που σε κατακλύζει όταν βλέπεις τα ερείπια κάποιου πράγματος που υπήρχε στο παρελθόν; Όχι οποιουδήποτε πράγματος όμως αλλά κάποιου που δήλωνε την μεγαλειότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένα κτίσμα, ένα άγαλμα, κάποιο έργο τέχνης αφημένο στα σημεία του καιρού. Μια κάποια βέβαιη αίσθηση της ματαιότητας του χρόνου αν μη τι άλλο είναι παρούσα. Αλλά δεν υπάρχει η θέληση για επιστροφή; Μια ανεξήγητη νοσταλγία για κάτι που δεν έχεις ποτέ ζήσει. Αναρωτιέσαι πώς ο άνθρωπος μπορεί να έχει φτιάξει τόσα μεγαλειώδη πράγματα τα οποία τώρα είναι απλά...ερείπια. 

Ο Woody Allen το ονόμασε Ozymandias' Melancholia: η λυπηρή συνειδητοποίηση ότι όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα θα χαθούν κάποια στιγμή στο χρόνο. Τίποτα δεν μπορεί να τα γλιτώσει από τα σημάδια του: ούτε η φήμη, ούτε το μεγαλείο της ανθρώπινης δημιουργίας και σίγουρα ούτε η δύναμη και η ομορφιά. Γιατί και ο πιο εντυπωσιακός πίνακας στον κόσμο παρουσιάζει κάποια φθορά στο βερνίκι του. Για παράδειγμα, στα ιστορικά κέντρα των μεγάλων Ευρωπαϊκών πόλεων (Ρώμη, Βιέννη, Αθήνα), η ύπαρξη ενός άλλωτε μεγαλειώδους πολιτισμού ή των τεράστιων αυτοκρατοριών, τώρα περιορίζεται σε κάποια ερείπια, σε κτίρια που πλέον είναι μουσεία και κάποια δεν άντεξαν καν στο χρόνο. Πόσα πράγματα ακόμα δεν ξέρουμε. Όσα δεν περιορίζονται στις βιτρίνες των μουσείων και βρίσκονται σε κάθε γωνιά, πλατεία στις άκρες των δρόμων ή δίπλα σε κάθε σου βήμα, σου υπενθυμίζουν αυτή τη συνθήκη της ματαιότητας κάθε δευτερόλεπτο που τα κοιτάς. Κάποτε είχαν και αυτά κάποια χρησιμότητα. Κάποια ζωή. Κάποιο σκοπό. Τώρα είναι απλά ερείπια, πέτρες μαζεμένες σε μια γωνιά. Σε αφήνουν όμως να φανταστείς ότι κάποτε ανήκαν κάπου, σε ένα μεγαλύτερο σύνολο σε μια πραγματικότητα απτή. Na να που τώρα η φαντασία σου είναι αυτή που κάπως τους ξαναδίνει ζωή. 

Όλα όσα φτιάχνει ο άνθρωπος μπορεί να είναι μια ανάμνηση, να έχουν μια γωνία στη συλλογική μνήμη, στις πηγές των ιστορικών, σε μια παλιά φωτογραφία, μια γκραβούρα. Μόνο οι ιδέες και τα βιβλία ίσως κάπως να έχουν μια παραπάνω ευκαιρία στην μονιμότητα. Όμως αυτή δεν είναι και η μοίρα του υλικού πολιτισμού; Είναι τόσο δύσκολο να διατηρηθεί στην αρχική του κατάσταση ή πόσο μάλλον να επιβιώσει. 

Η παράθεση του παραπάνω ποιήματος του Percy Bysshe Shelley είναι στοχευμένη διότι κατά πάσα πιθανότητα αυτό διάβασε ο Allen για να κατασκευάσει τη δική του θεωρία περί μελαγχολίας. Είναι γνωστό ότι κατά τον Διαφωτισμό καθιερώθηκε η βαθύτερη ενασχόληση με την αρχαιότητα και εν γένει την ιστορία πρωτίστως στα πλαίσια της κανονικοποίησης / συστηματοποίησης των επιστημών και δευτερευόντως ως μιας προσπάθειας σύνδεσης της ανθρωπότητας με το παρελθόν. Αρχαιοδίφεις ευγενείς και γόνοι πλούσιων οικογενειών ταξίδευαν στην Ρώμη και την Αθήνα ώστε να καταγράψουν και να σχεδιάσουν (και πολλές φορές να πάρουν μαζί τους) τις αρχαιότητες, τα ερείπια και τους εναπομείναντες ναούς ή τα δημόσια κτίρια όπως στοές και αγορές. Σε αυτό το κλίμα καλλιεργείται λοιπόν η αγάπη για το μεγαλείο του παρελθόντος. 

Ο Shelley σε ένα από τα περίφημα ποιήματά του το οποίο και ονόμασε "Οζυμανδίας" πραγματεύεται ακριβώς αυτή την ματαιότητα του χρόνου. Πρώτη αναφορά στον Οζυμανδία γίνεται από τον Διόδωρο Σικελιώτη (Diodorus Siculus) τον 1ο περίπου αι. π.Χ. όποτε και ο ιστορικός καταγράφει τα ερείπια ενός τεραστίων διαστάσεων αγάλματος του Φαραώ Ραμσή Β' στις Θήβες (Οζυμανδίας δεν είναι παρά η μεταφορά του ονόματός του στην ελληνική). Το άγαλμα διέθετε την περιγραφή που και ο ίδιος ο Shelley σημειώνει: Βασιλεύς των Βασιλέων εγώ, ο Ραμσής. Το ποίημα συνετέθη κατόπιν διαγωνισμού μεταξύ του Shelley και του Horatio Smith περί το 1817. Θα σταθώ στο δεύτερο κομμάτι της περιγραφής που λέγεται ότι βρισκόταν στο βάθρο πάνω στο οποίο στεκόταν το άγαλμα, όπως την μεταφέρει ο ποιητής: "Look on my works, ye mighty, and despair!" Nothing beside remains: round the decay. Αντικατοπτρίζει ακριβώς το αίσθημα της ματαιότητας της ανθρώπινης δημιουργίας. Ταυτόχρονα βλέποντας έστω αυτή την αμιδρή απόδειξη της ύπαρξης του μεγαλείου μιας προσωπικότητας τόσο σημαντικής όσο αυτής του Ραμσή Β' που αποτυπώνεται σε ένα άγαλμα, εξάπτεται και η περιέργειά μας και ενισχύεται μια επιθυμία επιστροφής σε αναζήτηση αυτών των μορφών του παρελθόντος. Άθελά μας σκεφτόμαστε «Πώς αλήθεια να ήταν τότε; Πώς να ήταν ο Ραμσής; Πολύ θα ήθελα να ζήσω τότε» κοκ.

Lifeless things

Αν και ο Shelley παρακάτω θα σημειώσει την περιγραφή σαν να δίνει στο άγαλμα ζωή αναφέρεται σε άψυχα πράγματα. Αν μαθαίνουμε για αυτά, αν τα συναντούμε, αν τα κρατάμε στη μνήμη μας δεν αποκτούν αυτόματα ζωή; Τι σημασία έχει το υλικό; Τι σημασία έχει η χρήση τους; Ποιο το νόημα να φτιαχτούν εξαρχής αν είναι να ξεχαστούν και να θαφτούν κάτω από το χώμα για πάντα; Βέβαια ακόμα και αν βρίσκονται κάτω από το χώμα και παραμένουν ακόμα κρυμμένα δεν ζουν στη γνώση μας; Δεν αναφέρονται κάπου σε κάποιο βιβλίο; Έτσι παραμένουν ζωντανά. Τα άψυχα πράγματα τροφοδοτούν αυτή την συνεχή μας ανάγκη για αναφορά στο παρελθόν και μας εμπνέουν ακόμα για να δημιουργούμε νέα πράγματα. Ακόμα και αυτό το ολοκληρωτικό αίσθημα της συνειδητοποίσης της ματαιότητας κάθε υλικής παρουσίας του ανθρώπινου μεγαλείου και των δημιουργημάτων αυτού φέρνει ξανά για λίγο στη ζωή όλα αυτά τα πράγματα που έχουν χαθεί στο χρόνο. Ακόμα και των ανθρώπων που σχετίζονται με αυτά, γνωστών και μη. Ας ζήσουμε για λίγο στις αναμνήσεις και σε αυτό το αίσθημα της μελαγχολίας. Είναι πολύ προτιμότερο από την γκρίζα και στενάχωρη καθημερινότητα που βιώνουμε συλλογικά. 


Ozymandias' Melancholia (1980, dir. Woody Allen)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις